Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Απληστία

Εκπληκτικό το μυθιστόρημα της Γέλινεκ που πρόσφατα κυκλοφόρησε. Δεν το διάβασα μονομιάς αλλά όχι γιατί με κούρασε. Το αντίθετο μάλιστα, σε ορισμένα σημεία ήμουν τόσο ενθουσιασμένη με τις περιγραφές πότε αλληγορικές πότε ρεαλιστικές πάντα όμως ζωντανές, που σταματούσα το διάβασμα για να τις “παγιδεύσω” στο μυαλό μου. Την συγγραφέα την απασχολούν οι σχέσεις των ανθρώπων: η μοναξιά, ιδίως των ώριμων γυναικών που πολλές φορές τις κάνει θύματα σε μια σχέση στην οποία ο “ισχυρός”, συνήθως άντρας ζητάει πολλά, παίρνει, και ζητάει ακόμα περισσότερα (γι’ αυτό και ο τίτλος “Απληστία”). «Επειδή ποτέ δεν έρχεται, πάντα φαντάζεσαι πως είναι κάπου αλλού, ο έρωτας, τον κυνηγάς και σύντομα γίνεσαι η ίδια από κυνηγός κυνηγημένη»

Συγκεκριμένα, ο ήρωας Κούρτ Γιάνις θέλει την ακίνητη περιουσία της εκάστοτε συντρόφου του, αδιαφορώντας πλήρως για τα δικά της συναισθήματα. Την πληγώνει, της φέρεται απότομα μέχρι να πετύχει το σκοπό του. Το όλο μυθιστόρημα μοιάζει να εκτυλίσσεται στο ημίφως, ούτως ή άλλως είναι σκοτεινά τα κίνητρα του ήρωα, αλλά έχει την αίσθηση του θρίλερ. Παράλληλα με πρωτότυπο τρόπο αναδεικνύει το οικολογικό πρόβλημα καθώς και τα προβλήματα τον μεταναστών.

Η πρώτη «στάση» στο βιβλίο ήταν στην ένατη μόλις σελίδα.

«Το μίσος δίνει σε κάποιους την ενέργεια που χρειάζονται, όπως μια πλάκα σοκολάτα Μαρς, που έρχεται ουρανοκατέβατη απ’ τον θεό του πολέμου, πέφτει πάνω στον άνθρωπο και τον διαλύει. Τον πιλότο δεν τον σώζει πια ούτε το κάθισμα που εκτινάζεται. Με το μίσος όμως μπορείς να ζήσεις ως τα βαθιά γεράματα. Κάνει την ώρα μας να περνάει πιο γρήγορα, που έτσι κι αλλιώς το βάζει στα πόδια μόλις μας βλέπει.»

Και άλλα αποσπάσματα που μου έκαναν εντύπωση:

«Αυτός ο άντρας είναι αυτό που είναι, όχι, του λείπει κάτι. Του λείπει εντελώς μια ολόκληρη διάσταση, συγκεκριμένα η διάσταση του ότι, εκτός από αυτόν, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι. Είναι περίπου σαν να ξέρετε τι ώρα είναι, αλλά δεν ξέρετε το έτος, τον μήνα, την ημέρα: μονάδες που, αν και ξένες, κρατούν στα χέρια τους, παρά τη θέλησή μας, τις προθεσμίες της ζωής μας. Είναι ανώτερες μονάδες, που μπορείς κάπως να τις νοστιμέψεις με τα μπαχαρικά της ζωής, αλλά εκείνη την πικρή γεύση τους δεν μπορείς να τη διώξεις εντελώς»

«Αλλά αυτός θέλει οπωσδήποτε ακόμα ένα σπίτι και ακόμα άλλο ένα, γιατί όμως; Δεν μπορεί να τα κατοικήσει όλα συγχρόνως, αυτό το αποδημητικό πουλί. Δεν μπορεί να σκίζει το σελοφάν ξένων γυναικών, πριν ακόμα προλάβει καλά καλά να τις κοιτάξει, να σκορπίζει το περιεχόμενο της συσκευασίας, και όλη αυτή η δουλειά μόνο και μόνο για να εγκατασταθεί ο ίδιος μέσα στη συσκευασία , που είναι ακόμη γεμάτη από τα ψίχουλα μιας ξένης ζωής.»

«Γι’ αυτό άλλωστε πήραμε το χαλί τόσο φτηνά, εξαιτίας της τρύπας. Εμείς, αντίθετα, με την αίσθηση της ακεραιότητάς μας, δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά για να βρούμε τα δικά μας όρια. Είναι απαίσια, γι’ αυτό φρουρούνται, ευτυχώς, από ενόπλους. [...] Ειδικά για το σκοπό αυτό έχουν εφευρεθεί κάμερες ευαίσθητες στη θερμότητα, για να ελέγχουν τα σύνορα. Ανθρώπους που αναζητούν προστασία τους αναγνωρίζεις στον ανιχνευτή ακόμα κι αν πέσουν στο έδαφος. Πάνω σ’αυτά τα ανθρώπινα χαλιά, αυτά τουλάχιστον δεν έχουν τρύπες από καψίματα, γιατί στην περίπτωση αυτή έχουμε κάψει ολόκληρο το χαλί, δοκιμάζουμε τα καλοπιάσματά μας, που τα χρειαζόμαστε για εκείνους τους άλλους ξένους, που τους χαϊδεύουμε, για να τους ρουφήξουμε μετά το αίμα. Οι υπόλοιποι τρώνε από μας μια γερή σφαλιάρα και ύστερα τους τρώνε τα καλά μας τα ποτάμια, για να μην έχουμε περίσσεια δουλειά με δαύτους. Λοιπόν, πάνω σε χαλιά από ανθρώπινο κρέας δεν μας ξεγλιστράει πια κανείς, οι άνθρωποι συλλαμβάνονται όπως τα νερά μας, συγκεντρώνονται και ρίχνονται σε καγκελόφραχτα δοχεία απορριμμάτων. Κι αν τότε φρενιάσουν, βάζουμε από πάνω ένα καπάκι.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Οι λέξεις

Πρόκειται για την αυτοβιογραφία ενός πολύ μεγάλου συγγραφέα. Είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό του Ζαν Πωλ Σαρτρ μέρες πριν αλλά δεν έπαιρνα απόφαση να γράψω για αυτό γιατί δεν έβρισκα τα λόγια να το περιγράψω. Έτσι, θα αφήσω τα αποσπάσματα να μιλήσουν από μόνα τους.

Στο πρώτο μέρος περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, τα πρώτα του αναγνώσματα και η πολύ στενή σχέση του με τα βιβλία.

«Τα βιβλία μου ήταν τα πουλιά και οι φωλιές μου, τα κατοικίδια ζώα μου, ο στάβλος και η εξοχή μου, η βιβλιοθήκη ήταν το σύμπαν παγιδευμένο σε έναν καθρέφτη. Είχε τον ατέλειωτο πλούτο, την ποικιλία, το απρόβλεπτο.»

«Για να ξαναβρώ τη χαρά επανέκαμπτα στον συμβολικό μου έκτο όροφο, ανάσαινα και πάλι τον ασφυκτικό αέρα των Γραμμάτων, το Σύμπαν απλωνόταν στα πόδια μου και κάθε πράγμα ικέτευε ταπεινά ένα όνομα. Δίνοντας το όνομα ήταν σαν να το δημιουργούσα και ταυτόχρονα να το αποκτούσα. Δίχως αυτή την κεφαλαιώδη ψευδαίσθηση, δεν θα είχα γράψει ποτέ.»

Οι σχέσεις του με τα άλλα μέλη της οικογένειάς του:

«Ο Κάρλ Σβάιτσερ μου βρήκε πιο αξιοπρεπείς καθηγητές. Τόσο αξιοπρεπείς που τους ξέχασα όλους. Μέχρι τα δέκα μου, ήμουν μόνος ανάμεσα σε έναν γέροντα και δυο γυναίκες.»

«είχα μάθει να βλέπω των εαυτό μου με τα μάτια τους, ήμουν παιδί, αυτό το τέρας που κατασκευάζουν οι μεταμέλειές τους»

«Ένας πατέρας θα με είχε παραφουσκώσει με ανυποχώρητες εμμονές` διαπλάθοντας τις αρχές μου από τις διαθέσεις του, τη γνώση μου από την άγνοιά του, την περηφάνια μου από τις μνησικακίες του, το νόμο μου από τις μανίες του, θα είχε ενδημήσει εντός μου` αυτός ο αξιοσέβαστος ενοικιαστής θα με είχε κάνει να σέβομαι τον ίδιο μου τον εαυτό.»

Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται στις συγγραφικές του προσπάθειες.

«Σηκωνόμουν, περιφερόμουν στο διαμέρισμα με διάθεση εμπρηστή` ποτέ δεν έβαλα φωτιά: υπάκουος λόγω συνθηκών, διάθεσης, συνήθειας, αργότερα έγινα ρέμπελος επειδή είχα οδηγήσει την υποταγή στα άκρα.»

«Οι ικανοί στην απόδοση δεν υπάρχουν. Και αυτό οφείλεται στη φύση του Λόγου: μιλάμε στη γλώσσα μας αλλά γράφουμε σε ξένη γλώσσα»

«Δραπέτευα από την κωμωδία: δεν εργαζόμουν ακόμη, όμως δεν έπαιζα πια, ο ψεύτης έβρισκε την αλήθεια του στην επεξεργασία των ψεμάτων του. Γεννήθηκα από το γράψιμο: πριν από το γράψιμο υπήρχε μόνο ένα παιχνίδι κατόπτρων` ήδη από το πρώτο μου μυθιστόρημα ήξερα ότι ένα παιδί είχε εισχωρήσει στο παλάτι των κατόπτρων.»