Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

Η περί θεού αυταπάτη

Δεν έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις ως προς τις κατηγορίες των βιβλίων που επιλέγω. Απλά, έχω παρατηρήσει ότι, ανάλογα με το βιβλιοπωλείο, προτιμώ συχνότερα κάποιες κατηγορίες ένανρι άλλων. Συγκεκριμένα, στην Πρωτοπορία αγοράζω συχνότερα ποίηση και παλιότερες εκδόσεις ενώ στον Παπασωτηρίου (το υποκατάστημα εντός Πολυτεχνειούπολης) δοκίμια και νέες εκδόσεις ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.
Εκείνο το απόγευμα που βρέθηκα στον Παπασωτηρίου δεν είχα πρόθεση να αγοράσω κάποιο βιβλίο, απλά συνόδευα την αδερφή μου. Πόσο μάλλον για ένα βιβλίο που ασχολείται με το αν υπάρχει θεός, μια που είχα ήδη καταλήξει ότι δεν υπάρχει. Ακόμα χειρότερα, δεν είχα χρήματα μαζί μου. Χωρίς να καταλάβω πως έγινε, μετά από λίγα λεπτά έβγαινα με το βιβλίο ανά χείρας (με δανεικά από την αδερφή μου).
Όταν έφτασα στο γραφείο το ξεφύλλισα για να δω περι τίνος πρόκειται και πριν καν φτάσω στα περιεχόμενα, διάβασα ένα πολύ ωραίο απόσπασμα.
"Δεν αρκεί να βλέπεις ότι ένας κήπος είναι όμορφος χωρίς να πιστεύεις ότι υπάρχουν νεράιδες στο βάθος του;"
Τα επιχειρήματα του συγγραφέα ήταν πνευματώδη, εξαιρετικά ενδιαφέροντα και γενικά είναι ένα βιβλίο που δεν το άφηνα εύκολα από τα χέρια μου. Επιγραμματικά, θα έλεγα ότι αξίζει να διαβαστεί.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Η τέλεια γαλήνη

Και συνεχίζω τις αναρτήσεις για βιβλία που διάβασα το Δεκέμβριο και τις διακοπές των Χριστουγέννων, αφού δεν είχα το χρόνο και τη διάθεση να συνδεθώ στο Διαδίκτυο. Καμιά φορά και λίγη απομόνωση και η ενασχόληση αποκλειστικά με την ανάγνωση δεν κάνει κακό.

Η Τέλεια Γαλήνη περιγράφει τη ζωή του Γιονατάν Λίπσιτς που γεννήθηκε σε ένα κιμπούτς και αποφασίζει να το εγκαταλείψει. Φαντάζομαι πως είναι δύσκολο για έναν άνθρωπο να ζει σε ένα μικρό μέρος του οποίου οι κάτοικοι να γνωρίζουν σχεδόν κάθε λεπτομέρεια της ζωής του. Γίνεται δε ακόμα χειρότερο αφού το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο (γάμος, παιδιά κλπ), τα περιθώρια για προσωπικές επιλογές ελάχιστα ενώ η καθημερινότητα πνίγει κάθε ζωντάνια.

Ο Γιονατάν δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο, ούτε έχει μεγάλα σχέδια για τη ζωή του. Απλά θέλει ένα προσωπικό χώρο για να μπορεί να βρει την δική του τέλεια γαλήνη. Η πληθωρική προσωπικότητα του πατέρα του (γραμματέα του κιμπούτς) που τον αφήνει στη σκιά του καθώς και ο αυταρχισμός του οδηγούν τον Γιονατάν στη φυγή. Μια φυγή ήρεμη, χωρίς μίσος, χωρίς διάθεση να τιμωρήσει ή να αυτοτιμωρηθεί, απλά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. «Πρέπει να αγαπάμε και να συγχωρούμε, σκέφτηκε ο Γιονατάν, πρέπει να είμαστε καλοί. Κι αν χρειαστεί να φύγεις, να φύγεις χωρίς να ξεχνάς και χωρίς να φοβάσαι τη νοσταλγία».

Λίγο πριν φύγει ο Γιονατάν, στο κιμπούτς καταφτάνει και γίνεται δεκτό ένα νέο πρόσωπο, ο Αζαριά. Με όρεξη για δουλειά, αλλά και έντονα ανάγκη για αυτοπροβολή μέσω ακατάσχετης φλυαρίας. Ενώ η Ριμόνα, γυναίκα του ήρωα, δείχνει να είναι χαμένη στις σκέψεις της, συμπαθεί ιδιαίτερα τον νεοαφιχθέντα και αναπτύσσεται ένας ιδιαίτερος δεσμός μεταξύ τους. Αυτή την ιδιότυπη σχέση ο Γιονατάν την αποδέχεται και σχεδόν την «ευλογεί». Μετά τη φυγή του άλλωστε και το κιμπούτς αποδέχεται τη σχέση αυτή, μέχρι και η μάνα του Γιονατάν.

Μου φαίνεται λίγο υπερβολικό μια τόσο κλειστή κοινωνία, με αυστηρά καθορισμένες αξίες, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στον τρόπο ζωής των μελών της να αποδέχεται τόσο εύκολα κάτι τέτοιο.

Παρά το γεγονός ότι δεν ενθουσιάστηκα, θεωρώ μάλιστα ότι δεν έπρεπε να είναι τόσο εκτεταμένο σε ορισμένες περιγραφές, υπήρξαν κάποια πολύ ωραία σημεία στα οποία θα ήθελα να σταθώ.

«Το καλό με τον ύπνο είναι ότι ο καθένας βρίσκεται επιτέλους μόνος του, χωρίς κανένα άλλο. Ο καθένας πάνω σε ένα μικρό αστέρι, ο καθένας στα όνειρά του, εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά από τους υπόλοιπους, ακόμα κι απ’ αυτόν που κοιμάται δίπλα του, στο διπλό κρεβάτι. [...] Και σε όποιον αρμόζει η μοναξιά, βρίσκει τη μοναξιά»

«Πώς να νικήσουμε το σκοτεινό πόθο, να κυνηγάμε και να εξευτελίζουμε τους άλλους, να τους υποτάσσουμε, να κρατάμε δέσμιο το συνάνθρωπό μας μέσω των διάφανων και λεπτών ιστών της ενοχής, της ντροπής, ακόμα και της ευγνωμοσύνης;»

Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι

Ο Άνθρωπος Καλαμπόκι θεωρεί πως πάνω από όλα είναι το καλαμπόκι. Έχει ιδρύσει τον ΣΥ.ΛΑ.ΚΑ, δηλαδή το Σύλλογο Λατρείας Καλαμποκιού που για ένα μεγάλο διάστημα αριθμεί μόνο ένα μέλος. Όλα αλλάζουν όμως, από τη στιγμή που ο άνθρωπος καλαμπόκι επισκέπτεται το Μίτσελ, το παλάτι του καλαμποκιού. Εκεί ο ήρωας πείθει και άλλους να ακολουθήσουν τη λατρεία του καλαμποκιού και μάλιστα αποκτά τόσους πιστούς που ο ίδιος θεωρείται σχεδόν θεός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν πρέπει να δώσει τη δόγμα της νέας λατρείας, να κάνει αναλύσεις και γενικά να εμβαθύνει. Δραπετεύοντας από το Μίτσελ και γυρνώντας σπίτι του διαπιστώνει ότι αυτό είναι «το νόημα του ταξιδιού και σίγουρα το νόημα της ίδιας μου της ζωής, δηλαδή η συνειδητή αποχή από οτιδήποτε εμπεριέχει σαφές και ακριβές νόημα». Απορρίπτει λοιπόν τη λατρεία του καλαμποκιού και περιφέρεται ψάχνοντας να βρει ένα νέο νόημα στη ζωή του.

Κρίμα που το διάβασα την περίοδο των Χριστουγέννων και δεν πρόλαβα να στείλω μήνυμα για το βραβείο αναγνωστών γιατί μου άρεσε πολύ. Ιδίως όταν αργότερα διάβασα τον Κύριο Επισκοπάκη που πήρε το βραβείο και διαπίστωσα ότι προτιμώ το βιβλίο του Σωτάκη.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον το απόσπασμα:

«Ανήκα και εγώ σε αυτή την ομάδα ανθρώπων – δεν ήξερα πώς να μας αποκαλέσω – που για σκοπό τους έχουν ένα μεγαλοπρεπές τίποτα, παραδομένοι στις αισθήσεις τους, βέβαιοι για τη μέθη που δημιουργεί η ίδια η ζωή και η πικρή γεύση του θανάτου. Κανείς μας δεν ήθελε να μπλέκει με τους άλλους, με αυτούς που κυκλοφορούν στους δρόμους και ζουν μέχρι το τέλος διεκδικώντας το μερίδιο που τους αναλογεί, σίγουροι για όλα, για το ζωντανό παρόν, την καυτή σάρκα, τις δυνατές γεύσεις, την επιθυμητή ιεραρχία και την επικράτηση μέχρι τελικής πτώσεως. Εμείς – ποιοι ήμαστε εμείς; - αποζητούσαμε μια ζεστή φωλιά να χωθούμε, να ζεστάνουμε την κοιλιά μας, καταραμένοι και μόνοι, αναθεματίζοντας όλους και όλα, αξιοθρήνητοι και νάρκισσοι, καταδικασμένοι στην αφάνεια, στην ήττα και στην τελική δικαίωση.»

Περί θανάτου

Πραγματικά πολύ ενδιαφέρον το τελευταίο βιβλίο του Σαραμάγκου. Φανταστικό το θέμα, ξαφνικά σταματούν να συμβαίνουν θάνατοι σε μια μικρή χώρα. Η φύση των ανθρώπων και οι αντιδράσεις τους είναι πολύ ρεαλιστικές και τις αποδίδει πολύ ωραία ο συγγραφέας. Αυτή η απουσία του θανάτου δημιουργεί προβλήματα σε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, ενώ η μαφφία προσπαθεί και καταφέρνει να επωφεληθεί από την αναστάτωση.

Τη λύση αναλαμβάνει να δώσει η θάνατος (με μικρό θ γιατί δεν πρόκειται για την ολοκληρωτική Θάνατο αλλά αυτή που ασχολείται με το ανθρώπινο είδος μόνο). Πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη και γοητευτική γυναίκα που εμφανίζεται στον κόσμο προσπαθώντας να αποκαταστήσει μια ανωμαλία.

Κλείνοντας, θα συμφωνήσω με το οπισθόφυλλο ότι είναι ένα «εξαιρετικά ανθρώπινο μυθιστόρημα».

Σαν τη βροχή πριν πέσει

Πολύ καιρό στα best-sellers και ομολογώ ότι το αγόρασα περισσότερο από περιέργεια, μια και δεν έχω διαβάσει άλλο έργο του Κόου. Είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, με ευαισθησία, σαν να ξεφυλλίζεις ένα παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Αυτό είναι και το θέμα του: μια ηλικιωμένη γυναίκα αφηγείται την ιστορία της ζωής της καταγράφοντας σε κασέτες περιγραφές φωτογραφιών γιατί απευθύνεται στην τυφλή ανηψιά της. Με αφορμή αυτές τις φωτογραφίες αναλύονται οι διαπροσωπικές σχέσεις της ηρωίδας και τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανάπτυξη των ιδιαίτερων δεσμών ανάμεσα στην ηρωίδα και την ξαδέλφη της, την ανηψιά και την απομάκρυνση της τελευταίας από τη ζωή της ηλικιωμένης αφηγήτριας.

Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι η περιγραφή της σκληρής και απορριπτικής συμπεριφοράς μια «τυπικά» σωστής μητέρας στην κόρη της και το πώς αυτό οδήγησε την κόρη της να υιοθετήσει την ίδια στάση στο δικό της παιδί, Συμπεριφορές, στάση ζωής καθώς και το τυχαίο (σχεδόν υπερφυσικό) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην απρόσμενη κατάληξη της ιστορίας.